ΥΓΕΙΑ & ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΕΣ

Κατά τη διάρκεια του 1970 και του 1980, η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας και άλλοι διεθνείς ηγετικοί παράγοντες για την υγεία προσπάθησαν συχνά να επιτύχουν τη βελτίωση της υγείας των φτωχών του κόσμου στοχεύοντας στις υπερβολές του ιδιωτικού τομέα. Επέβαλλαν περιορισμούς, κώδικες και «δεοντολογικά κριτήρια» για την εμπορία παρασκευασμάτων για βρέφη, για τα φυτοφάρμακα και τον καπνό, εξασθενίζοντας τα στελέχη των εταιριών και επιβάλλοντας σε ασφυξία τα επιχειρηματικά τους σχέδια. Η επιτυχία στηριζόταν στη συνεργασία των εθνικών κυβερνήσεων, αλλά όπου οι πολιτικοί εφάρμοσαν τις συστάσεις τους πέτυχαν απτά αποτελέσματα. Τα ποσοστά του θηλασμού αυξήθηκαν, οι δηλητηριάσεις από φυτοφάρμακα μειώθηκαν και η κατανάλωση καπνού έπεσε.

Έκτοτε, το παγκόσμιο καθεστώς για την υγεία έχει ανατραπεί. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών, ο ιδιωτικός τομέας έχει αναδειχθεί ως η κορυφαία πηγή χρηματοδότησης στον κόσμο και ως ηγέτιδα δύναμη στον αγώνα κατά των θανατηφόρων ασθενειών. Οι πόροι μερικών από τις ιδιωτικές εταιρείες του κλάδου που εμπλέκονται στην παγκόσμια υγεία σήμερα κάνουν τους πόρους του ΠΟΥ να φαίνονται πάρα πολύ μικροί. Ομάδες εταιρειών όπως η Παγκόσμια Συμμαχία Επιχειρήσεων (Global Business Coalition, GBC) στοχεύουν να μετατρέψουν «στοιχεία του ενεργητικού των επιχειρήσεων σε παράγοντες της μάχης κατά των ασθενειών». Το GBC μπορεί να υπερηφανεύεται ότι διαθέτει ως μέλη σχεδόν 200 εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων πολυεθνικών εταιρειών όπως η Coca-Cola, η Exxon Mobil και η Pfizer. Προς τί το ενδιαφέρον; Οι επιχειρήσεις ανταποκρίνονται στην πάνδημη απαίτηση για εταιρική κοινωνική ευθύνη, αλλά επίσης έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν, καθώς προσβλέπουν στις αναδυόμενες αγορές για τη μελλοντική τους ανάπτυξη, ότι η ανάληψη δημόσιας υγείας είναι μια μακροπρόθεσμη επένδυση. Όπως ο οικονομολόγος ειδικός στα αναπτυξιακά θέματα Daniel Altman εξήγησε πρόσφατα, σε μια παγκόσμια οικονομία, «αυτοί οι άνθρωποι είναι οι καταναλωτές σας, οι εργαζόμενοί σας, οι επενδυτές σας». Αρκετοί πρώην αξιωματούχοι του ΠΟΥ τώρα εργάζονται σε θέματα δημόσιας υγείας αλλά για λογαριασμό της ιδιωτικής βιομηχανίας. Περισσότερο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι τα ιδιωτικά συμφέροντα χρηματοδοτούν τέσσερα στα πέντε δολάρια του προϋπολογισμού του ΠΟΥ.

Το πρόβλημα είναι ότι οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται πιο έντονα σε σχέδια σχετικά με την παγκόσμια υγεία προέρχονται από ένα στενό φάσμα βιομηχανιών, πολλές από τις οποίες είναι κάτω από πυρά για την αρνητική επίδρασή τους στη δημόσια υγεία. Αυτές οι ιδιωτικές επιχειρήσεις παίζουν ένα διπλό παιχνίδι: διαταράσσουν τις τοπικές κοινότητες με το ένα χέρι και υπογράφουν μεγάλα τσεκ φαινομενικά για να τους βοηθήσουν με το άλλο. Συχνά, ο πυρήνας των οικονομικών τους συμφερόντων βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τις δραστηριότητες για τη βελτίωση της υγείας των φτωχών, με τρόπους που στρεβλώνουν την παγκόσμια ατζέντα για την υγεία.

Η εξορυκτική βιομηχανία είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η βιομηχανία εξορύξεων, η οποία περιλαμβάνει πετρελαϊκές επιχειρήσεις καθώς και φυσικού αερίου, βρισκόταν στην πρώτη γραμμή πολλών επιφανών παγκόσμιων προγραμμάτων για την υγεία. Η εξορυκτική πολυεθνική Rio Tinto επαινέθηκε για το έργο της σχετικά με την καταπολέμηση της ελονοσίας στην Ισημερινή Γουινέα. Ο εξορυκτικός γίγαντας Gold Fields Limited επαινέθηκε για τις προσπάθειες πρόληψης του ιού HIV στη Γκάνα. Η Anglo American επαινέθηκε ευρέως από κύκλους που σχετίζονται με την παγκόσμια υγεία για την παροχή δωρεάν αντιρετροϊκής θεραπείας σε θετικούς στον ιό HIV εργαζομένους της στην Αφρική. Πρώην πρόεδρός της συν-προεδρεύει την GBC. Και η ExxonMobil συνεισφέρει τώρα περισσότερα χρήματα για την καταπολέμηση της ελονοσίας από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία εκτός της φαρμακευτικής βιομηχανίας.

Αλλά από τη φύση του ο επιχειρηματικός πυρήνας της εξορυκτικής βιομηχανίας -που δεν είναι άλλος από την εξόρυξη φυσικών πόρων- είναι μια διαδικασία που αναστατώνει το περιβάλλον. Κατά συνέπεια, οι επιχειρήσεις αυτές έρχονται να εργαστούν στη δημόσια υγεία με την φήμη τους ήδη κηλιδωμένη. Η Rio Tinto μπορεί να υπερηφανεύεται για τις επιτυχίες της κατά της ελονοσίας στην Ισημερινή Γουινέα, αλλά στην Παπούα Νέα Γουινέα η ίδια εταιρεία πέταξε δισεκατομμύρια τόνους τοξικών αποβλήτων και ήταν συνένοχη στην κατασταλτική βία που οδήγησε σε πάνω από 10.000 θανάτους, σύμφωνα με μια ομαδική μήνυση που κατατέθηκε το 2000. Η Gold Fields έχει μειώσει τις σεξουαλικά μεταδιδόμενες μολύνσεις των ανθρακωρύχων της στη Γκάνα κατά 90% από το 2004, αλλά οι τοπικές ΜΗΚΥΟ και ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες αναφέρουν ότι οι εκεί δραστηριότητές της έχουν μολύνει τις υδάτινες οδούς με επικίνδυνα υψηλές συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων, στερώντας τις τοπικές κοινότητες από πόσιμο και αρδεύσιμο νερό. Η Anglo American παίζει ηγετικό ρόλο στους κύκλους της παγκόσμιας υγείας, αλλά ο πρώην Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα αποκάλεσε την εκμετάλλευση της γης και του νερού γύρω από τα ορυχεία της εταιρείας αυτής στη Γκάνα μια «παραβίαση του δικαιώματος των κοινοτήτων να διατηρήσουν ένα βιώσιμο περιβάλλον».

Αυτά τα παραδείγματα παραπέμπουν σε πιο εκτεταμένες περιβαλλοντικές διαταραχές που έχουν διαπραχθεί από την εξορυκτική βιομηχανία: στο πλούσιο σε πετρέλαιο δέλτα του Νίγηρα στη Νιγηρία, π.χ., οι εταιρείες πετρελαίου – συμπεριλαμβανομένης της ExxonMobil – μόλυνε τον υδροφόρο ορίζοντα αλλά και τους ψαρότοπους με περισσότερα από 2,4 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου που διαρρέει από το 1976 ως και το 1996, σύμφωνα με αναλύσεις της νιγηριανής κυβέρνησης. Μετά την έναρξη προγραμμάτων ανάπτυξης των τοπικών κοινοτήτων από τις εταιρείες πετρελαίου προκειμένου να μετριάσουν την εναντίον τους κριτική, ο φιλανθρωπικός οργανισμός καταπολέμησης της φτώχειας Christian Aid χαρακτήρισε το δέλτα του Νίγηρα ένα «πραγματικό νεκροταφείο (ανάλογων) σχεδίων, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων ύδρευσης που δεν λειτουργούν, κέντρων υγείας που δεν έχουν ανοίξει ποτέ και σχολείων όπου κανένα μάθημα δεν έχει ποτέ διδαχθεί».

Πηγή: Υγεία & Διατροφή

Μοιραστείτε το... Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterPin on Pinterest